CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Πρόλογος

Το C2 είναι διήγημα. Θα ολοκληρωθει σε όσες συνέχειες μου γουστάρει. Έτσι κι αλλιώς για μένα το γράφω...

Καμιά φορά, τις νύχτες που δεν έχω ύπνο, θυμάμαι εικόνες απ’ το μέλλον. Διαβάζοντας την προηγούμενη φράση μου καταλαβαίνω ότι θα με περνάς μάλλον για τρελό ή αγράμματο. Αλλά δεν είναι έτσι. Βλέπεις, ζώντας στην βεβαιότητα της πλήξης της επανάληψης έχει κανείς τη δυνατότητα να γνωρίζει ή πιο πολύ να διαισθάνεται τι θα του συμβεί. Πάει πολύς καιρός από τότε που έπαψα να καταλαβαίνω τον κόσμο κι άρχισα να τον διαισθάνομαι.

Στην αρχή μου ήταν πολύ δύσκολο. Από μικρός είχα μάθει να σκέφτομαι μέσα σε νόρμες. Σαν παλιός βιβλιοθηκάριος ταξινομούσα τις καταστάσεις με τη σκέψη και ανάλογα με την αλφαβητική τους σειρά διάλεγα το αντίστοιχο συναίσθημα. Πάντοτε η σκέψη μου ήταν πολύ ισχυρή και διερευνητική. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα σε ανθρώπους και περιστάσεις μέχρι που τελικά «κατόπιν ωρίμου σκέψεως» έκανα την πιο λογική επιλογή.

Αυτό βέβαια μου κόστισε. Όπως καταλαβαίνεις το μυαλό μου έπασχε πάντοτε από φαντασία. Ήταν ένα τέλειο μυαλό. Τέλεια βαρετό. Τις λίγες φορές που προσπάθησα να ζήσω μακριά από αυτό που μου υπαγόρευε η στυγνή λογική μου μάλλον το παράκανα. Έχανα το παιχνίδι κινούμενος ανάμεσα στον αμείλικτο ορθολογισμό και την υπερβολική ελευθερία. Έτσι οι γύρω μου έμεναν πάντοτε με την απορία αν αυτός που έβλεπαν ήταν ένας τέλειος ή ένας καταπιεσμένος άνθρωπος. Τι ευτυχείς που ποτέ δεν έμαθαν ότι στη Ζωή το πρώτο πάντοτε συνεπάγεται το δεύτερο…

Κι όλα αυτά δε στα λέω ευρισκόμενος πάλι σε ένα από τα συχνά ξεσπάσματα «υπερβολικής ελευθερίας». Ούτε γιατί νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάτι με κάποιον. Ίσως μάλιστα στα γράφω γιατί έχει περάσει καιρός από τότε που ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ κάτι με κάποιον και φοβάμαι ότι η, έτσι κι αλλιώς λιγοστή, ανθρωπιά μου είναι έτοιμη να καταρρεύσει. Ίσως… Κυρίως όμως στα γράφω για να σου διηγηθώ μιαν ιστορία που δύσκολα κανείς θα πίστευε αν δεν την έλεγε ένας άνθρωπος όπως εγώ.

Ο χειμώνας του ’89 ήταν μια δύσκολη εποχή για μένα. Η δυστροπία που με χαρακτηρίζει κυριολεκτικά φτάνει στο ζενίθ της στα μεγάλα κρύα. Ο πόνος της πλάτης μου, που με ταλαιπωρεί από τα μικράτα μου, συναντάει τις αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις μου και το μονόχνωτο του χαρακτήρα μου με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αρνηθώ ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό πόσο απάνθρωπος μπορώ να γίνω. Ο χειμώνας του ’89 όμως ήταν ιδιαίτερος για έναν ακόμα λόγο: το θάνατο της πολυαγαπημένης μου μητέρας Τζούντιθ.

Η Τζούντιθ Νίκολς ήταν μια ιδιαίτερα χαρισματική γυναίκα. Τη θυμάμαι να με παίρνει αγκαλιά, πριν ακόμα αρθρώσω τα πρώτα μου λόγια και να μου τραγουδάει άριες, υπέροχες άριες με τη θαυμάσια βραχνή φωνή της. Ύστερα, σχολιαρόπαιδο εγώ, τη θυμάμαι να κάθεται στο παλιό κέδρινο γραφείο της στην άκρη του σαλονιού και να διαβάζει ηλίθια βιβλία για ανόητους έρωτες και μεγάλες αγάπες. «Ποτέ παιδί μου ένας μεγάλος έρωτας δεν οδηγεί σε μια μεγάλη αγάπη», μου έλεγε.

Τα καλοκαίρια επισκεπτόμασταν συχνά τη λίμνη. Αναπολώ τις στιγμές ραστώνης δίπλα στα ήρεμα, καθάρια νερά με τη μαμά μου να κρύβεται πίσω από το μεγάλο της, ψάθινο καπέλο ατενίζοντας τον ορίζοντα πίσω από το βουνό Νίγκρις. Ήτανε πάντοτε σημείο αναφοράς γι’ αυτήν το βουνό. Όσες φορές κι αν τη ρώτησα γιατί δεν πήρα την απάντησή μου. Κι έτσι έμεινα απορώντας και υποθέτοντας. Εκείνη χανόταν νοερά πίσω απ’ τις πλαγιές του Νίγκρις κι εγώ δίπλα της, προσπαθούσα να αξιοποιήσω τις λίγες ικμάδες φαντασίας που είχα ακόμα παιδί, φτιάχνοντας ιστορίες ρομαντικές, φρικιαστικές, σουρεαλιστικές, ιστορίες για τη μαμά μου και το βουνό. Μόνο τα παιδιά που έπαιζαν δίπλα διέκοπταν τους συνειρμούς μου για να με πούνε μαμόθρεφτο. Κι όπως έμαθα πολύ μετά την παιδική μου ηλικία «ποτέ δε μπορείς να αποφύγεις αυτό που οι άλλοι πιστεύουν ότι είσαι».