CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Μην περιμένετε μια φλόγα να μας σώσει

Τι κι αν φτάσαμε στο τέλος μιας εποχής; Οι εποχές είναι για να πεθαίνουν. Όμως οι άνθρωποι στις γαλάζιες νύχτες δεν έχουν πια κουράγιο για αλλαγές. Αισθάνονται κουρασμένοι και απογοητευμένοι. Δεν ξέρουν με ποιόν και πώς να τα βάλουν. Οπότε επιλέγουν την εύκολη λύση. Φτιάχνουν έναν δικό τους κόσμο, από μικρά μαύρα και άσπρα κομματάκια υφάσματος και ζουν εκεί κουκουλωμένοι και αποκομμένοι από τον άλλον αληθινό - γκρι κόσμο. Ψευτοευτυχισμένοι. Εκεί στον δικό τους - ασπρόμαυρο κόσμο υπάρχουν καλοί και κακοί. Νέοι και γέροι. "Δικοί τους" και "Δικοί μας". Δυνατοί και αδύναμοι. Όλα είναι ξεκάθαρα και τακοποιημένα. Σε αντίθεση με τον άλλον τον αληθινό - γκρι κόσμο όπου όλοι είναι καλοί και κακοί ταυτόχρονα. Όπου οι νέοι σκέφτονται σαν γέροι. Όπου όσοι είναι δυνατοί στην ψυχή είναι αδύναμοι στα υπόλοιπα.

Στον δικό τους - ασπρόμαυρο κόσμο οι καλοί τα βάζουν με τους κακούς και νικάνε με τη βοήθεια του θεού και της δικαιοσύνης. Στον αληθινό - γκρι κόσμο δεν υπάρχουν ούτε καλοί, ούτε κακοί, ούτε θεός ούτε και δικαιοσύνη. Στον ασπρόμαυρο κόσμο τους υπάρχουν και λόγοι και τρόποι να πολεμήσει κανείς το κακό - στον γκρι μόνο λόγοι. Στον ασπρόμαυρο κόσμο οι "υγιείς" τα βάζουν με τους "άρρωστους" και υπερισχύουν. Στον γκρι δεν υπάρχουν "υγιείς" και "άρρωστοι" παρά μόνο ζόμπι που ακροβατούν ανάμεσα στον πέλεκυ και τον άκμωνα. Δεν έχουν επιλογή, μόνο ψεύτικες ελπίδες και εξουσίες, τόσο καλά καμουφλαρισμένες που δεν καταλαβαίνουν πόσο κάλπικη είναι η ζωή τους. Ζουν συγκαταβατικά και καμιά φόρα το χάραμα αφήνοντας το ζεστό τους κρεβάτι και τον υπέροχο ασπρόμαυρο κόσμο τους ψιθυρίζουν περίεργους στίχους:

"Όταν έχεις συνηθίσει στη μιζέρια
παύει να' ναι ευπρόσδεκτη η χαρά
Όταν στο πρόσωπο έχει πεθάνει η φωτιά
μην περιμένεις μια φλόγα να σε σώσει"

Σύντομα συνέρχονται και συνεχίζουν να ζουν στη σκιά των ψευδαισθήσεών τους... Και ο γκρι κόσμος διαιωνίζεται στο νησί με τις γαλάζιες νύχτες και κληροδοτείται στους επόμενους. Κι οι επόμενοι τον αφήνουν στους δικούς τους επόμενους. Κι όταν κάποιος δεν αντέξει στον ασπρόμαυρο κόσμο του και προσπαθήσει να αλλάξει τον γκρι τον λένε αλήτη στο νησί. Είναι προσβολή να μην εκτιμάς έναν τόσο σοφά δομημένο (φανταστικό έστω) κόσμο. Έτσι η ζωή μένει πάντα ίδια και θα μένει για πάντα ίδια μέχρι... Μέχρι; Μέχρι;

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Play Room

Η απάντηση στην πρό(σ)κληση τοης morpheus

Οι κανόνες του παιχνιδιού: Βάλε Link (σύνδεση) προς το άτομο που σε έκανε tag. Γράψε 7 αλήθειες για σένα στο blog σου, κάποιες κοινές, κάποιες περίεργες. Κάνε tag 7 άτομα στο τέλος της ανάρτησης βάζοντας τα ονόματα τους και links προς το blog τους. Ειδοποίησε τους ότι τους έχεις κάνει tag αφήνοντας σχόλιο στο blog τους. Λοιπόν:


1. Είμαι τρομερά σπαστικός σε ότι αφορά τη γλώσσα που μιλάμε. Διορθώνω συνέχεια, κάνω παρατηρήσεις κλπ
2. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου όταν κάνω αυτό που περιγράφω παραπάνω
3.Καμιά φορά βγάζω εντελώς διαφορετικό προφίλ από αυτό που έχω, προκειμένου να μη μιλήσω για προσωπικά θέματα (...ή και όχι καμιά φορά)
4.Είμαι κυκλοθυμικός
5.Είμαι πολύ σαρκαστικός και ειρωνικός με όλους. Φυσικά και μ' εμένα
6.Όπως και η morpheus είμαι αγοραφοβικός
7.Πολλές φορές αφαιρούμαι και είναι σαν να φεύγω νοερά. Μπορεί να κάθομαι στον υπολογιστή και να κάνω βόλτα στη θάλασσα την ίδια στιγμή. I am the chosen one...

Προσκαλώ:
fixxxer
fei
HLN-V

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Νοσταλγία II

...τελικά είναι η νοσταλγία απαραίτητη στο νησί με τις γαλάζιες νύχτες; Δεν την επιλέγεις σε επιλέγει. Κι αν είσαι αναγκασμένος να ζεις ακόμα και με το ωραιότερο συναίσθημα κάποια στιγμή περιχαρακώνεσαι σε μια δίνη που δεν τελείωνει ποτέ και δεν σε οδηγεί πουθενά. Καιρός να δω και την φωτεινή πλευρά της ζωής. Κι αυτό θα γίνει και μέσα από ένα blog. Το βέβαιο είναι ότι δε μπορώ να ξεφύγω από το νησί, οπότε θα το επισκέπτομαι συχνά.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Οξύμωρο



Είναι ωραία να ζεις
παρ' όλο που ζεις για κάποια που πια δεν σε θυμάται
μπορεί και να' χει πεθάνει
μετράς τις ώρες, μετά τους μήνες, μετά τα χρόνια

Είναι ωραία να ζεις
ακόμα κι αν είναι για κάτι που πέθανε πριν ένα χρόνο ακριβώς
γιορτάζεις την επέτειο και γελάς
γιατί πέθανες πριν μήνες κι όμως ακόμα αναπνέεις

Είναι ωραία να ζεις
και να περπατάς γρήγορα για να μη σε βαραίνουν τα βήματα
να καπνίζεις γρήγορα για να μην προλαβαίνεις να μετράς τις τζούρες
να πίνεις πολύ για να μη θυμάσαι ό,τι σε κρατάει όρθιο

Είναι ωραία να ζεις
αν και το κάνεις επειδή ο φυσικός θάνατος σε τρομάζει
αφού δε μπορείς να κάνεις αλλιώς
είναι ωραία να ζεις ακόμα κι αν ο λόγος που ζεις μπορεί και να πέθανε

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Αμνησία



Μου είπε ότι την έκανα να νιώθει καλύτερη
Γέλασα και άναψα ένα τσιγάρο
Κοίταξα προς τα πάνω
Έβγαλα καπνό
Ανακούφιση που δε μ' έκανε να θέλω να γίνομαι καλύτερος
Ίσως επειδή δεν την άφηνα

Έμαθα να ξεχνάω αυτά που κάποτε αγάπησα
Και οι άνθρωποι νομίζουν ότι είμαι κάποιος άλλος
Όταν ξεχνάς αυτά που έζησες είσαι κάποιος άλλος
Ίσως επειδή έχω καρκίνο
Έμαθα να ξεχνάω αυτά που απόλαυσα σ' αυτή τη ζωή
"Ώσπου να θυμηθώ θα περιμένω"

Αν περιμένεις κι εσύ...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Λόγια Πεταμένα


Είστε η γνώση του τίποτα
είμαστε η επίγνωση του ποτέ
Είστε οι άνθρωποι της λήθης
είμαστε τα τέρατα της μνήμης
Είστε οι μέτρ του παρακάτω
είμαστε οι λάτρεις του "ξέμεινα"

Είμαστε αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ
Παιδιά του Πάθους και της Άρνησης
τα σπλάχνα μας βρωμάνε φόβο
Είμαστε αυτοί που δε θ' αγαπήσετε ποτέ

Είμαστε αστέρια που πέφτουν
Αλλάζουμε χρώματα στην πορεία προς το τέλος
Ένα πράγμα μένει σταθερό,
είναι το φως που εκπέμπουμε
Η πτώση μας είναι ευχή κι ελπίδα
για άλλα μακρινά αστέρια

Δεν είμαι καλύτερος από κανένα
Κανένας δεν είναι χειρότερος από μένα
Σας χαρίζω το δρόμο
Αφήστε μου το πεζοδρόμιο

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Τυπικά


Ήρθε απρόσκλητη η χαρά
και δεν πρόλαβα να την προυπαντήσω
"Γιατί λυπάσαι;" μου πέταξε
Της πέταξα μια συγκατάβαση
και γύρισα προς τον τοίχο

Ήρθε απρόσκλητη η χαρά
"Γιατί με αποφεύγεις;" με πόνεσε
δεν ήξερα τι να απαντήσω
και το' βαλα στα πόδια

Οι σκιές μου χτυπάνε την πόρτα



Οι σκιές μου χτυπάν την πόρτα
Κι εγώ τρέχω ν' ανοίξω
Όσα θα έρθουν ίσως είναι χειρότερα
Μα εγώ τα προσμένω ανυπόμονα
Με το αδηφάγο άγγιγμα και τη φρέσκια ανάσα του ερωτευμένου
Με την κρυφή ελπίδα του απογοητευμένου
Με το άπειρο βλέμμα του ετοιμοθάνατου

Οι σκιές μου χτυπάν την πόρτα
Κι εγώ τρέχω ν' ανοίξω
Όσα έφυγαν έχουν το άρωμα της Ιστορίας
τις γραμμές του λαιμού σου
Μα εγώ τα ανακαλώ με στοικότητα
Με τη δίψα εκείνου που δεν έζησε ποτέ
Με τη λαιμαργία εκείνου που έζησε πολλά
Με τη φρίκη εκείνου που ξέρει ότι ποτέ δε θα ζήσει


Οι σκιές μου χτυπάνε την πόρτα
μα εγώ δε θα 'μαι εκεί ν' ανοίξω
Θα αγγίζω το κρύο του πρωινού μόνος κου
Θα λιώνω το σίδερο μέσα μου
Με τη λαίμαργη στοικότητα των ερωτευμένων
Με τη θλιμμένη ανάσα των ερωτευμένων

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Στάση Ζωής



Πάει καιρός από τότε που έγραψα κάτι. Δεν είναι ότι δεν θέλω να μοιραστώ πράγματα. Αλλά νιώθω κουρασμένος. Τελευταία μαθαίνω πως είναι να ακροβατείς ανάμεσα στον εαυτό σου και στο άπειρο. Δε νιώθω, ούτε ζω. Παρακολουθώ τον εαυτό μου να σκορπίζει τις μέρες του σ’ αυτή τη γη απλόχερα και μου θυμίζει κάποιον ξένο που δε μπήκε ποτέ στη ζωή μου. Από ατυχία ή ίσως απ’ το πεπρωμένο. Προσπαθώ να ζήσω μαζί με τον εαυτό μου.

Πάει καιρός από τότε που ήμασταν μαζί. Τελευταία δεν είναι ότι δεν προσπαθώ. Περνάω τις μέρες μου εκτελώντας με ευλάβεια τις υποχρεώσεις μου. Όχι χωρίς να σκέφτομαι. Οι σκέψεις μου είναι που με σκοτώνουν. Δε μπορώ να ξεφύγω από μια στεγνή καθημερινότητα. Μόνο καμιά φορά τα ζεστά βράδια κλείνω καλά τα πατζούρια και ξαπλώνω στην πάνινη πολυθρόνα. Ο ήχος του ανεμιστήρα, μια ζεστή μπύρα κι οι αναμνήσεις μου…

Είναι ωραίο το καλοκαίρι – αν και παλιά δε μ’ άρεσε. Τα καλοκαίρια μου είναι γεμάτα αντιθέσεις. Μέσα βρέχει, οι αναμνήσεις λυσσομανάνε, οι πληγές ανοίγουνε, οι εφιάλτες επιστρέφουν. Τα μηνίγγια μου χτυπάνε. Τα μάτια μου κοκκινίζουν, νιώθω ίλιγγο. Έξω ξηρασία και ηρεμία. Ο ήχος του ανεμιστήρα, ο βόμβος της θάλασσας, μια ζεστή μπύρα και οι αναμνήσεις μου…

Είναι ωραίος ο βόμβος της θάλασσας. Σε κάνει να περιμένεις κάτι αναπάντεχο. Ακόμα κι αν αυτό δεν έρχεται ποτέ, μένει η ηδονή της προσμονής. Η θάλασσα είναι όσα ήρθαν κι έφυγαν, όσα έχεις κι όσα δε θα ‘ρθουν ποτέ. Κι όταν ο βόμβος της θάλασσας τρυπάει το κεφάλι σου και κλέβει τις σκέψεις σου νιώθεις ελαφρύς. Πόσες φορές δεν έχω ξημερώσει ακούγοντας τη θάλασσα, κοιτάζοντας το μαύρο ταβάνι με άδειο κεφάλι και βλέμμα.

Το ξημέρωμα με βρίσκει όπως το μαχαίρι βρίσκει το κόκαλο. Το κρύο φως του πρωινού με ξεγυμνώνει. Το μίζερο δωμάτιο γεμίζει χρώματα και μορφές. Ξεπλένω το σάπιο μέσα μου στην εξαγνιστική δύναμη του άσπιλου φωτός. Το φως είναι όπως οι άνθρωποι: κανείς δεν ξέρει από πού προέρχεται ή που πηγαίνει. Το μόνο που ξέρεις είναι ότι κάποτε θα έρθει και αφού αποκαλύψει τις αδυναμίες σου κάποτε θα φύγει. Το φως είναι όπως ο έρωτας…

Τον έρωτα τον ζεις – ποτέ δεν τον περιγράφεις. Εγώ όμως ξέρω να κάνω μόνο το αντίστροφο. Έρχεται και μπουκάρει στην κάμαρα χωρίς ποτέ να σου χτυπήσει την πόρτα. Κι αν σε βρει γυμνό τότε είναι που πέτυχε το στόχο του. Μόνο που ο έρωτας είναι σοφός και πάντα πετυχαίνει το στόχο του. Γιατί οι άνθρωποι μέσα στις μικρές κάμαρες της καρδιάς τους είναι πάντοτε γυμνοί.

Εκεί δε χωράνε υποκρισίες, κρυφοί πόθοι και αδυναμίες. Λογική και υπεκφυγές. Ψεύτικες υποσχέσεις. Λόγια που δεν είπες και χαμένες ευκαιρίες. Εκεί είναι όλα καθαρά. Ατόφια και ακατέργαστα. Φανερά και χειροπιαστά. Να λοιπόν από πού προέρχεται το φως: το φως προέρχεται από τις καρδιές των ανθρώπων.

Μόνο που εμένα δεν ήταν ποτέ το πρόβλημά μου η καρδιά μου. Πάντοτε το πρόβλημα ήταν το μυαλό μου. Ο εγκέφαλός μου αιμορραγεί Και μαζί με το αίμα αναβλύζουν σκέψεις οδυνηρές, αναμνήσεις και διαπιστώσεις. Σκόρπια συμπεράσματα και αποτυχημένες προσπάθειες ερμηνείας του απροσδιόριστου. Πίστευα πως ένα τρόπος να απαλλαγώ απ’ όλα αυτά θα ήταν να γράφω. Να γράφω όσα σκέφτομαι, όσα ξέρω μα κυρίως όσα αισθάνομαι. Μα πάει καιρός που όχι μόνο δε νιώθω αλλά ούτε καν γράφω.

Τα «όχι» με τραυμάτισαν. Τα «πρέπει» με σκοτώνουν κάθε μέρα. Κάθε ώρα οι απουσίες με τρυπάνε. Κάθε λεπτό… Ψάχνω απεγνωσμένα λίγο φως. Μα που πήγε το φως; Μα ξέρω που πήγε το φως: το φως το πήρες μαζί σου όταν έφυγες. Και δε βρίσκω τα κλειδιά να ανοίξω τις μικρές φωτεινές κάμαρες της καρδιάς μου. Αυτά τα πήρε ο άλλος εαυτός μου. Αυτός που με βαρέθηκε. Μου πέταξε ένα «μπορείς». Εγώ του πέταξα τα «πρέπει» στη μούρη και σηκώθηκε κι έφυγε. Τώρα πρέπει να μάθω να ζω στο σκοτάδι.

Δε θα ‘ναι δύσκολο – το ξέρω καλά το σκοτάδι. Αρκεί να θυμηθώ πως είναι να ζεις χωρίς καρδιά. Καμιά φορά όταν τα χειμωνιάτικα πρωινά η γριά γειτόνισσα πηγαίνει στο μπακάλικο, κουβαλάει τη γριά γάτα της σε ένα άσπρο πανέρι. Το καημένο το ζώο τη μια στιγμή κάνει να βγει έξω από το πανέρι: στριφογυρίζει πέρα δώθε, στριγγλίζει μανιωδώς. Γρήγορα όμως συμβιβάζεται. Γυρνάει κουρασμένο απ’ την άλλη μεριά και κοιτάει με απάθεια τους γύρω να τρέχουν. Έχω ταυτίσει την καρδιά μου μ’ αυτό το κακόμοιρο ζώο.

Είναι ωραίο να παρατηρείς τους ανθρώπους. Όλοι τρέχουν να βρουν την καρδιά τους. Και όσοι λίγοι και τυχεροί τα καταφέρουν σπεύδουν να πετάξουν το κλειδί για να μη βγει ποτέ το φως που κρύβουν μέσα τους. Το δίνουν να το καταπιεί σε ένα άλλο τρομερό ζώο: εγωισμός λέγεται. Ύστερα το φως κλεισμένο μέσα για καιρό υποκύπτει στη βρωμιά και στη μικρότητα: σαπίζει και βρωμάει.

Κάποια στιγμή οι άνθρωποι που δεν αντέχουν την ανυπόφορη μπόχα ψάχνουν μανιωδώς το κλειδί. Κι αν δεν το βρουν σπάνε την πόρτα και τότε ένα κύμα βρωμιάς και σαπίλας γεμίζει την ατμόσφαιρα γύρω τους. Σπάνια μπιχλιμπίδια, κρύσταλλοι κι ασήμια κάποτε, έχουν γίνει πια ψοφίμια και κάρβουνα που αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους σε μια αιώνια ανακύκλιση απ’ το «πρέπει» στο «όχι», απ’ το «όχι» στο «πρέπει»…

Έτσι την πάτησα κι εγώ κι έμεινα καρφωμένος εδώ στο πάτωμα. Μαζεύω ψοφίμια και κάρβουνα απ’ τον ουρανό. Θυμάμαι τη χαμένη ευκαιρία μου. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο επώδυνο –ίσως και πιο άδικο- από μια χαμένη ευκαιρία. Αν ήταν καμία ήσουν τυχερός, αν ήταν δύο ήσουν ανίκανος, αν ήταν όμως μία ήσουν απλά ανέτοιμος.

Ποτέ δεν κυνηγούσα τις ευκαιρίες. Δεν το έκανα επειδή πίστευα βέβαια στο πεπρωμένο, τη μοίρα ή την τύχη. Δεν ήξερα αν πίστευα. Απλά λυπόμουν όσους αφιέρωναν τη ζωή τους στο κυνήγι των ονείρων. Κατέληγαν να είναι άπληστοι ή σκλάβοι. Σε κάθε περίπτωση δυστυχισμένοι. Ίσως γιατί η μοίρα του ανθρώπου είναι η δυστυχία. Όπως η μοίρα κάθε πλάσματος που έχει αυτό το αξιοθαύμαστο προσόν: να ανοίγει συνέχεια το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που έχει και σ’ αυτό που θέλει.

Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω να ανοίγω το χάσμα. Δεν ξέρω τι μπορώ να διεκδικήσω. Ακόμα κι αν καταφέρω μια μέρα να αποσαφηνίσω τι θέλω να διεκδικήσω. Ότι κι αν κάνω θα είμαι δέσμιος της υποταγής μου στο άγνωστο. Της έλξης μου στο αδιευκρίνιστο. Δε μ’ αρέσει να μιλάω για το μέλλον. Το παρελθόν με καίει, το παρόν με παγώνει, το μέλλον με κάνει να θυμάμαι όλα τα υπόλοιπα. Προκειμένου να το προσδιορίσω ή ίσως ακόμα και προκειμένου να μην το σκέφτομαι.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Γρίφος


Βρίσκεσαι σ' ένα τούνελ. Δεν έχεις χρόνο. Όλα σου φαίνονται σκοτεινά και περίεργα. Δεν προλαβαίνεις -κι ίσως ούτε θέλεις- να δεις ποιός είναι ο δρόμος σου. Ακολουθείς τις πινακίδες των άλλων. Ξαφνικά κάποιος έχει ακολουθήσει το αντίθετο ρεύμα. Τον κοιτάς και γελάς. Μετά χτυπάς στον τοιχό και ξανασκοτώνεσαι...

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Hurt

...στο νησί τα βράδια οι άνθρωποι ακούν φωνές ή και μελαγχολικές μελωδίες από το βάθος μιας ζοφερής αβύσσου. Και όπως και κάθε τι που σημαδεύει τη ζωή τους μένουν απόμακρες και επανέρχονται μόνο για να τους στοιχειώσουν ή να τους πετάξουν στον ουρανό...



I hurt myself today
to see if I still feel
I focus on the pain
the only thing that's real
the needle tears a hole
the old familiar sting
try to kill it all away
but I remember everything
why have I become?
my sweetest friend
everyone I know
goes away in the end
and you could have it all
my empire of dirt

I will let you down
I will make you hurt

I wear this crown of thorns
upon my liar's chair
full of broken thoughts
I cannot repair
beneath the stains of time
the feelings disappear
you are someone else
I am still right here

why have I become?
my sweetest friend
everyone I know
goes away in the end
and you could have it all
my empire of dirt

I will let you down
I will make you hurt

if I could start again
a million miles away
I would keep myself
I would find a way

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Μεθυστικό σκοτάδι ή βρώμικο φως;



...οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται συχνά. Η ζωή τους είναι γεμάτη από σχέσεις της ρουτίνας, από σκιρτήματα που τα βαφτίζουν αισθήματα, από προσωρινά που γίνονται μόνιμα και από ανολοκλήρωτα που θάβονται στη λήθη της εμπειρίας. Δεν είναι ότι δεν επιθυμούν τον έρωτα - είναι ότι όσο πιο πολύ τον επιθυμούν τόσο περισσότερο τον απωθούν, ίσως από άμυνα. Και στο τέλος μένει μια σειρά από χαμένες απόπειρες, γεμάτες ιδρώτα και ξεχασμένα όνειρα. Στο νησί ο έρωτας σε ξεπερνάει - εσένα και την προσπάθειά σου. Είναι ένας σωρός από κομματιασμένες τελειότητες που μόνο όταν ενωθούν με το σωστό τρόπο μεταμορφώνονται σε τέλεια κομμάτια ενός άλλου κόσμου, οικείου και απόμακρου. Λατρεύει να παίζει με τις αδυναμίες σου, να εκθέτει τις συγκεκαλυμένες επίπονες αλήθειες του είναι σου σε ένα φως πρωτόγνωρα εκτυφλωτικό, ανελέητα καθαρό. Και τότε είναι που πλανάσαι από το κενό στο άπειρο και αντίστροφα. Από το άγνωστο στο ονειρικό κι από το απόλυτο σκοτάδι στο κρύο φως κάποιου χειμωνιάτικου πρωινού.

Τι αξίζει περισσότερο; Η τυφλή υποταγή στο αναπόφευκτο ή η απελπισμένη απώθησή του; Η αποκάλυψη της αδυναμίας σου ή η παραδοχή της επιθυμίας σου; Η κοντινή Αμερική σου ή το κουραστικό ταξίδι; Οι μισοσβησμένες ιχνογραφίες σου πάνω στο άπειρο ή το αίμα μιας ανέλπιδης εμμονής; Το μεθυστικό σκοτάδι ή το βρώμικο φως; Οι άγνωστοι ορίζοντες ή τα γνώριμα εδάφη; Ένα γκροτέσκο βαλς ή ένα κλαψιάρικο μπλουζ; Ο θρήνος για όσα έχασες ή οι πνιχτοί λυγμοί για όσα δε θα κερδίσεις ποτέ; Τι αξίζει περισσότερο; Τι πονάει περισσότερο; Τι σου ανήκει περισσότερο; Ο Έρωτας ή ο Θάνατος; Ο Έρωτας ή ο Θάνατος; Ο Έρωτας ή ο Θάνατος;

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Κλειστόν...


...ώρα για διακοπές. Όχι δεν αφήνω το νησί - το κουβαλάω πάντα μαζί μου. Είναι η μικρογραφία του κόσμου μου. Και δυστυχώς είμαι πολύ δεμένος με τον κόσμο μου. Μπορεί για δύο εβδομάδες να μην γράψω - μπορεί και όχι, ανάλογα με τα κέφια μου. Χαιρετώ μέχρι την επόμενη συνάντηση με ένα παλιό ποίημα...

"Τι θα σου έλεγα;"
(Τρίτη 1 Μαΐου 2007. Οι σκέψεις αυτές έγιναν μεταξύ 1:05 και 1:46 π.μ.)

Τι θα σου έλεγα;
Η αλήθεια δεν είναι ότι καλύτερο αλλά θα την προτιμούσα
Τέλος πάντων δεν είναι ούτε τι λες ούτε πώς το λες αλλά αν το αισθάνεσαι

Κι εγώ το αισθάνομαι αλλά ακόμη κολλάω στο "πως"(και στο "τι")
Μια ζωή βλέπεις έλπιζα για το καλύτερο αλλά ήμουν προετοιμασμένος για το χειρότερο
Επίγνωση απόγνωσης...
Ίσως αυτό με κράτησε εδώ ίσως και όχι
Είναι άλλωστε τόσα πολλά...

Και συνεχίζω

Η ζωή είναι...
Πόσοι δεν έχουν ξεκινήσει έτσι...
Η ζωή δεν είναι.
Η ζωή δεν είναι να υπαινίσσεσαι, η ζωή δεν είναι να επιδιώκεις,
η ζωή δεν είναι να υποκρίνεσαι ούτε να ψέγεις...
Η ζωή είναι να πιστεύεις (και ίσως να εξαπατάσαι), η ζωή είναι να νιώθεις (και ίσως να πληγώνεσαι)
Η ζωή είναι να μιλάς και πάντα να δέχεσαι τις συνέπειες...
(Αλήθεια τι είναι πιο δύσκολο;)

Και συνεχίζω

Το δύσκολο δεν είναι να αρνείσαι το θάνατο - όλοι το κάνουν
Το δύσκολο (και το σπουδαίο) είναι να τον αποδέχεσαι ως επιβεβαίωση της ζωής...
Το τέλος μου που ίσως σηματοδοτεί την αρχή σου
Κάθε τέλος κι αρχή

Και συνεχίζω

Άλλωστε ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα μελαγχολικό ον που του αρέσει να χαμογελά
Όπως σε όλα τα μελαγχολικά όντα δηλαδή...
Τώρα σε καταλαβαίνω
Καταλαβαίνω τη χλωμή όψη σου στον καθρέφτη και το ψεύτικο βλέμμα σου
Το χλωμό σου εγώ και το όμορφο ψέμα σου
Η ζωή όπως και ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όμορφο (ανυπόφορο, βαρύ, αποκαρδιωτικό μα όμορφο) ψέμα

Και σταματώ

Γιατί δεν έχω πολλά να πω ακόμα παρά το άνυδρο έδαφος της ύπαρξης
Και αυτό δεν αρκεί για σένα και για μένα...
Δεν πιστεύει σε μένα και σε σένα
Τίτλοι τέλους στο πουθενά
Λίγο πιο μπροστά από εκεί που ξεκίνησα...

Υ.Γ.1 Η αναδημοσίευση παλιών ποιημάτων μπορεί να σπάει τα νεύρα σε όσους τα είχαν διαβάσει στο προηγούμενο blog αλλά θέλω να είναι όλα μαζεμένα οπότε πρέπει να ανεχτείτε (και) αυτήν την ιδιοτροπία...
Υ.Γ.2 Λατρεύω τα σχόλια του fixxxer πάνω στο συγκεκριμένο και ανυπομονώ για τη μουσική επένδυση του fook!

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Θάνατος



...στο νησί η απώλεια είναι συνήθεια. Έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν διεκπεραιωτικά τα δύο αναπόδραστα: τον Έρωτα και το Θάνατο. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Παλιότερα οι άνθρωποι θεωρούσαν το Θάνατο τέλος που σηματοδοτεί μια νέα αρχή. Ήταν ένα δύσκολο, κουραστικό και βάναυσο παιχνίδι. Πάει καιρός που οι άνθρωποι είχαν χρόνο και όρεξη για παιχνίδια. Οι πολλοί, μικροί, καθημερινοί θάνατοι τους εξουθένωσαν. Τα νεκρά λόγια, τα ακρωτηριασμένα συναισθήματα και οι ανάπηρες ζωές τους έκαναν το Θάνατο να μοιάζει ρουτίνα. Μα πιο πολύ ο Θάνατος της ελπίδας. Οι άνθρωποι στο νησί είχαν κάποτε ελπίδες και όνειρα. Μέχρι που βίωσαν και το δικό τους Θάνατο. Θρήνησαν αυτά που δεν είχαν όταν έμαθαν ότι ποτέ δε θα τα έχουν. Θρήνησαν αυτά που ήξεραν πως ποτέ δε θα τα ζήσουν. Τις νεκρές αναμνήσεις όσων δεν έζησαν.
Οι άνθρωποι ζούνε με απάθεια. Η σιγουριά του θανάτου στερεί τη συγκίνηση της ζωής. Έχουν μάθει να ζουν προσέχοντας μην κάνουν κάτι και κερδίσουν αυτά που φοβούνται να αποκτήσουν. Πνίγουν όσα τους δίνουν ελπίδες πριν τους πνίξουν αυτά. Προδίδουν ότι αξίζει πριν τους προδόσει αυτό. Ο Θάνατος είναι καθημερινότητα στο νησί. Αλλά ευτυχώς για μας το νησί είναι μακριά...



Από τις "Μέρες Αργίας" του Διονύση Καψάλη

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Χωρίς Τίτλο


...καμιά φορά οι άνθρωποι στο νησί όταν ατενίζουν τον ουρανό κάποια γαλάζια νύχτα ή ακόμα κι όταν είναι χαμένοι στις σκέψεις τους μέσα στην καλοκαιρνή ραστώνη λένε μισόλογα. Σκόρπιες αλήθειες και ψέματα για να ανακαλύψουν το κενό της ύπαρξης και μετά να το ξεχάσουν πάλι πριν τους καταπιεί...

Οι νεκροί μ'ακούνε μόνο
Ως το τέλος εγώ θα είμαι ο μόνος κι αληθινός εχθρός μου
Φορέας ψέματος θα είμαι σε μια ανόητη αγάπη
Κι όταν πια κουρασμένος θα είμαι
Εδώ θα ζω μόνος και ξένος χρόνους αβίωτους
Κι άλλη λύση δε θα μου μένει - Θα πω:
"Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια"
Μου λειψε θάρρος κι όχι συμπόνοια
Μα τώρα άλλη λύση δε μου μένει
Το τέλος μου στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
θα είναι η έγκρισή μου
Κι ένα πληκτικό απόγευμα ο θάνατος θα ρθει και θα χει τα μάτια σου
Τα μάτια σου θα είναι μια άδεια λέξη
Κραυγή που έσβησε - πικρή σιωπή
Και στο τέλος θα νικήσω τον εχθρό μου

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Χρόνια


...ο χρόνος κυλάει αργά στο νησί. Η σχέση των ανθρώπων μαζί του είναι τυπική. Ο χρόνος δεν είναι γι αυτούς παρά ένα σημείο, απρόσωπος και απόμακρος. Μόνο λίγες φορές γίνεται άμεση εμπειρία. Τους μυεί στην απώλεια. Τους βυθίζει στη μοναξιά. Λίγες φορές είναι ο χρόνος τρομακτικά χειροπιαστός. Τις γαλάζιες νύχτες οι άνθρωποι λένε ιστορίες για το παρελθόν και είναι σαν να τις ζουν στο παρόν. Ο χρόνος τις έχει αφήσει ανέγγιχτες. Λίγο πριν κοιμηθούν φτιάχνουν ιστορίες για το μέλλον προκειμένου να ξεχάσουν τα βάσανα του παρόντος. Καταφέρνουν έτσι να ζουν ταυτόχρονα μέσα σ' ένα παρελθόν που πέθανε και σε έναν παράλληλο χρόνο που δεν υπήρξε. Κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Ζουν παρέα με πτώματα και ψευδαισθήσεις. Τα χρόνια που πέρασαν τους άφησαν άδειους και μόνους αλλά δεν παραπονιούνται. Θυμούνται τις λίγες καλές στιγμές και μ' αυτές θησαυρό ανεκτίμητο πορεύονται. Ίσως τα χρόνια που θα έρθουν στο νησί να είναι καλύτερα. Αν όχι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μαζεύουν πτώματα από τον ουρανό και θα προσβλέπουν σε υποσχέσεις ανεκπλήρωτες...

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Νοσταλγία

...οι άνθρωποι έπαψαν να πιστεύουν ότι ο κόσμος γύρω τους μπορεί να αλλάξει και τότε ανακάλυψαν τη νοσταλγία. Το νησί ήταν γι' αυτούς ένα μέρος απάνεμο και ζεστό που μπορούσε να φιλοξενήσει αυτούς και τις αδυναμίες τους. Να ακούσει τις σκέψεις τους και να μοιραστεί τις απορίες τους. Μα οι άνθρωποι δεν ήταν κουρασμένοι από τα άλλα νησιά αλλά από τους άλλους ανθρώπους. Κι έτσι χωρίς να το καταλάβουν ξεκίνησαν μια ανέλπιδη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον εαυτό τους. Ότι και να γίνει στο τέλος θα τους έχει απομείνει η νοσταλγία τους και μια σείρα από σκόρπιες σκέψεις, ψέματα κι αλήθειες, προσπάθειες και φόβοι, απαντήσεις μα κυρίως απορίες...



Στο νησί τις γαλάζιες νύχτες
μεσ' τα BAR αγκαλιά ξωτικά καθάρματα
μου 'χες πεί πως θα 'ρθείς και ήρθες
Ατλαντίς στο βυθό
φωτισμένα άρματα

Μπρός στα μάτια μου περνάνε
φωσφορίζουνε και πάνε

Στο νησί τις γαλάζιες νύχτες
μεσ' τα μπαρ τα παιδια σε κοιτάν ανύποπτα
με ρωτάν από που να ήρθες
δεν θα πώ ποτέ σε κανέναν τίποτα

Στις βιτρίνες που μου φέρνουν ζάλη
στις οθόνες που χτυπάνε τα κομιούτερ γράμματα
καθρεφτίζεσαι μπροστά μου πάλι
Ατλαντίς στο βυθό φωτισμένα άρματα