CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Μέρος 3ο

Ο καιρός ήταν πολύ ήρεμος. Αν κι έκανε κρύο, ιδιαίτερα τις νύχτες, δεν είχα πρόβλημα. Άλλωστε πάντοτε οι νύχτες μου ήτανε κρύες. Συν τοις άλλοις δε χιόνιζε πολύ. Όλα ήταν υποφερτά. Ένα βράδυ αποφάσισα να κοιμηθώ, χωρίς να ξυπνάω κάθε λίγο για να ενισχύω τη φωτιά. Ο καιρός ήταν εξαιρετικά ήπιος για εκείνη την εποχή του χρόνου. Ξάπλωσα κάτω από τον έναστρο ουρανό αποφασισμένος να μετρήσω όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια. Παρ’ όλη την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, όμως, ένιωθα ένα έντονο σφίξιμο στο στομάχι. Ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο να συμβεί κάτι κακό. Το άλλο μισό του εαυτού μου, ωστόσο, έκρινε ότι δεν είχε καμία λογική βάση η ανησυχία μου κι έτσι προσπάθησα να κοιμηθώ.

Στριφογύρισα για πολύ ώρα αλλά δεν κατάφερα να κλείσω μάτι. Το σφίξιμο στο στομάχι δεν έλεγε να υποχωρήσει κι έφερνε στο μυαλό μερικά από τα πιο δυσάρεστα γεγονότα της ζωής μου. Ξαναζούσα τις μεγαλύτερες δυστυχίες μου. Ευτυχώς δεν ήταν δυνατό να ξαναζήσω την, με διαφορά, πιο δυσάρεστη κατάσταση της ζωής μου. Βλέπεις, η βασανιστικά μοναχική καθημερινότητά μου δεν ήταν εύκολο να βιωθεί ξανά μέσα σε τόσο λίγη ώρα. Επειδή, λοιπόν δεν μου κολλούσε ύπνος αποφάσισα να σηκωθώ και να κάνω μια βόλτα γύρω απ’ τη σκηνή.

Περπάτησα κάμποσα μέτρα και χωρίς να το καταλάβω ξεμάκρυνα απ’ τη σκηνή. Ήθελα ν’ αρχίσω να μετράω τα’ αστέρια αλλά από φόβο μήπως ο εαυτός μου με θεωρήσει ρομαντικό ή συνεσταλμένο κατέβασα το κεφάλι προς τη γη κι άρχισα απλά να μετράω τα βήματά μου. Μετά από εκατόν τέσσερα ακριβώς κοντοστάθηκα, σαν να το’ κανα μηχανικά. Ξαφνικά ακούστηκε ένας έντονος θόρυβος από αριστερά μου, από τη μεριά του βουνού. Γύρισα το βλέμμα μου και είδα μια τεράστια χιονοθύελλα να κατεβαίνει με δύναμη απ’ την πλαγιά. Παρέσερνε δέντρα και κλαδιά που έμοιαζαν να χαμογελάνε μπροστά στην απόκοσμη δύναμη της φύσης. Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκα να σταθώ εκεί, να απλώσω τα χέρια και να βγάλω την πιο δυνατή κραυγή που έβγαλε ποτέ άνθρωπος πριν με πλακώσει το χιόνι, δίνοντας έτσι ένα τέλος στη μίζερη ζωή μου, με τέτοιο τρόπο ώστε κάποιος να θυμάται ότι έζησα. Γρήγορα άλλαξα γνώμη κι άρχισα να τρέχω. Έτρεχα απεγνωσμένα να σώσω κάτι που έμοιαζε χαμένο, κι έτσι στην ουσία έκανα κάτι το οποίο είχα συνηθίσει κι είχα βαρεθεί σε όλη μου τη ζωή.

Το ανθρώπινο μυαλό τείνει να συγκρατεί τις πιο σημαντικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και να τις εντάσσει στην μνήμη. Η μνήμη συνεργάζεται με την εμπειρία και παράγεται η ζωή. Επειδή εγώ στη μέχρι τώρα ζωή μου είχα μόνο μνήμη και οι εμπειρίες μου ήταν λίγες, σκόρπιες και ξεφτισμένες, συγκρατώ πάντα σχεδόν όλες τις λεπτομέρειες και μετά τις επεξεργάζομαι, τις στύβω για να βγάλω κάθε ίχνος φαντασίας και παράλογου από πάνω τους και μετά τις κρατάω σαν αποξηραμένα φρούτα σε κάποιο ντουλάπι της λογικής μου. Εκείνη η βραδιά όμως, στο Ντε Νίγκρις, άφησε στη μνήμη μου ένα μεγάλο κενό. Τη μια στιγμή έτρεχα κυνηγημένος από θάλασσα χιονιού και την άλλη στιγμή ξυπνούσα στη μέση ενός καταφύγιου.

Άνοιξα τα μάτια μου νωχελικά και είδα γύρω μου ένα γέρικο ξύλινο χειμερινό καταφύγιο. Πετάχτηκα όρθιος νιώθοντας τυχερός που ζω και κυρίως νιώθοντας ικανοποιημένος που άφησε τον εαυτό μου να νιώσει τυχερός που είμαι ζωντανός. Έτρεξα προς το κοντινότερο παράθυρο και βλέποντας έξω παραξενεύτηκα. Κρίνοντας από τη βλάστηση βρισκόμουν πολύ κοντά στο σημείο που είχα κατασκηνώσει. Κι όμως ποτέ δεν είχα παρατηρήσει αυτό το καταφύγιο, ούτε το ανέφερε κανένας από τους μουχλιασμένους χάρτες μου.

Άρχισα να περιεργάζομαι το εσωτερικό του σάπιου οικήματος. Οι τοίχοι είχαν ένα καφέπράσινο χρώμα, από τη γλίτσα, τη μούχλα και το φαγωμένο ξύλο. Που και που έβλεπες ζωύφια να τρέχουν ανάμεσα στις τρύπες του βρωμερού τοίχου. Η μυρωδιά του χώρου ήταν αποπνικτική κι ερχόταν σε αντίθεση με το φρέσκο αέρα του βουνού. Σκέφτηκα πως αν άνοιγα ένα παράθυρο θα κατάφερνα να κάνω υποφερτή την ατμόσφαιρα μέσα σ’ εκείνο το ξύλινο ψοφίμι. Πριν προλάβω να φτάσω στο παράθυρο άκουσα ανθρώπινους ήχους. Βήματα αργά και βαριά, αλυσίδες να χτυπιούνται μεταξύ τους. Με κατέλαβαν συναισθήματα χαράς και πανικού. Δεν ήξερα τι να κάνω, πώς να αντιδράσω. Αποφάσισα να κρυφτώ αλλά δεν έβρισκα κρυψώνα. Τα βήματα πλησίαζαν. Και κάθε βήμα το ένιωθα όπως ο ετοιμοθάνατος την ένεση στο δέρμα του: με το φόβο του θανάτου και την ανακούφιση της λύτρωσης.

Δυο άνθρωποι μπήκαν στο δωμάτιο. Ήταν γέροι και βρωμούσαν. Φορούσαν γκρι ρούχα, μισοφαγωμένα απ’ το σκώρο. Φαινόταν ότι δεν ήταν τα ρούχα τους πάντα γκρι. Ήταν ξεβαμμένα, άσπρα και μαύρα. Προσπάθησα να τους κοιτάξω κατάματα αλλά απέφυγαν το βλέμμα μου επιδεκτικά. Ήταν σαν να μην υπήρχα γι’ αυτούς. Τους φώναξα αλλά δε γύρισαν ποτέ να με κοιτάξουν. Συνέχισαν την πορεία τους με βήματα το ίδιο βαριά, το ίδιο ανόρεχτα. Αποφάσισα να τους ακολουθήσω. Τους φώναξα να με περιμένουν αλλά και πάλι με αγνόησαν. Τους ακολούθησα και αφού περάσαμε από ένα μαύρο διάδρομο γεμάτο ψοφίμια, φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια, σκισμένες σημαίες και σύμβολα βουτηγμένα στα σκατά βγήκαμε σε μια πανέμορφη, φωτεινή σάλα γεμάτη από ανθρώπους. Όχι ανθρώπους όμορφους και προσεγμένους αλλά της ίδιας ράτσας με τους καθοδηγητές μου: βρωμιάρηδες, νωχελικούς και γκρίζους.

Η παρουσία μου στη σάλα δεν έδειξε να συγκινεί κανέναν. Με αγνόησαν όλοι επιδεκτικά και συνέχισαν να ασχολούνται ο καθένας με κάτι: άλλος κοιτούσε τα τζάμια, άλλος την ώρα, άλλος το πάτωμα. Κάποιοι έπαιζαν με καρφιά και σίδερα και αλυσίδες και κάποιοι άλλοι ήταν σκυφτοί κι έκλαιγαν. Κανείς δεν ασχολούνταν με το διπλανό του. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα, αν και μου φάνηκε οικεία και φιλόξενη, μου άφησε μια γεύση μούχλας στο στόμα κι άρχισα να καταπίνω συνέχεια, μήπως και καταφέρω να ανασάνω όπως πριν. Αλλά μάταια…