CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Στάση Ζωής



Πάει καιρός από τότε που έγραψα κάτι. Δεν είναι ότι δεν θέλω να μοιραστώ πράγματα. Αλλά νιώθω κουρασμένος. Τελευταία μαθαίνω πως είναι να ακροβατείς ανάμεσα στον εαυτό σου και στο άπειρο. Δε νιώθω, ούτε ζω. Παρακολουθώ τον εαυτό μου να σκορπίζει τις μέρες του σ’ αυτή τη γη απλόχερα και μου θυμίζει κάποιον ξένο που δε μπήκε ποτέ στη ζωή μου. Από ατυχία ή ίσως απ’ το πεπρωμένο. Προσπαθώ να ζήσω μαζί με τον εαυτό μου.

Πάει καιρός από τότε που ήμασταν μαζί. Τελευταία δεν είναι ότι δεν προσπαθώ. Περνάω τις μέρες μου εκτελώντας με ευλάβεια τις υποχρεώσεις μου. Όχι χωρίς να σκέφτομαι. Οι σκέψεις μου είναι που με σκοτώνουν. Δε μπορώ να ξεφύγω από μια στεγνή καθημερινότητα. Μόνο καμιά φορά τα ζεστά βράδια κλείνω καλά τα πατζούρια και ξαπλώνω στην πάνινη πολυθρόνα. Ο ήχος του ανεμιστήρα, μια ζεστή μπύρα κι οι αναμνήσεις μου…

Είναι ωραίο το καλοκαίρι – αν και παλιά δε μ’ άρεσε. Τα καλοκαίρια μου είναι γεμάτα αντιθέσεις. Μέσα βρέχει, οι αναμνήσεις λυσσομανάνε, οι πληγές ανοίγουνε, οι εφιάλτες επιστρέφουν. Τα μηνίγγια μου χτυπάνε. Τα μάτια μου κοκκινίζουν, νιώθω ίλιγγο. Έξω ξηρασία και ηρεμία. Ο ήχος του ανεμιστήρα, ο βόμβος της θάλασσας, μια ζεστή μπύρα και οι αναμνήσεις μου…

Είναι ωραίος ο βόμβος της θάλασσας. Σε κάνει να περιμένεις κάτι αναπάντεχο. Ακόμα κι αν αυτό δεν έρχεται ποτέ, μένει η ηδονή της προσμονής. Η θάλασσα είναι όσα ήρθαν κι έφυγαν, όσα έχεις κι όσα δε θα ‘ρθουν ποτέ. Κι όταν ο βόμβος της θάλασσας τρυπάει το κεφάλι σου και κλέβει τις σκέψεις σου νιώθεις ελαφρύς. Πόσες φορές δεν έχω ξημερώσει ακούγοντας τη θάλασσα, κοιτάζοντας το μαύρο ταβάνι με άδειο κεφάλι και βλέμμα.

Το ξημέρωμα με βρίσκει όπως το μαχαίρι βρίσκει το κόκαλο. Το κρύο φως του πρωινού με ξεγυμνώνει. Το μίζερο δωμάτιο γεμίζει χρώματα και μορφές. Ξεπλένω το σάπιο μέσα μου στην εξαγνιστική δύναμη του άσπιλου φωτός. Το φως είναι όπως οι άνθρωποι: κανείς δεν ξέρει από πού προέρχεται ή που πηγαίνει. Το μόνο που ξέρεις είναι ότι κάποτε θα έρθει και αφού αποκαλύψει τις αδυναμίες σου κάποτε θα φύγει. Το φως είναι όπως ο έρωτας…

Τον έρωτα τον ζεις – ποτέ δεν τον περιγράφεις. Εγώ όμως ξέρω να κάνω μόνο το αντίστροφο. Έρχεται και μπουκάρει στην κάμαρα χωρίς ποτέ να σου χτυπήσει την πόρτα. Κι αν σε βρει γυμνό τότε είναι που πέτυχε το στόχο του. Μόνο που ο έρωτας είναι σοφός και πάντα πετυχαίνει το στόχο του. Γιατί οι άνθρωποι μέσα στις μικρές κάμαρες της καρδιάς τους είναι πάντοτε γυμνοί.

Εκεί δε χωράνε υποκρισίες, κρυφοί πόθοι και αδυναμίες. Λογική και υπεκφυγές. Ψεύτικες υποσχέσεις. Λόγια που δεν είπες και χαμένες ευκαιρίες. Εκεί είναι όλα καθαρά. Ατόφια και ακατέργαστα. Φανερά και χειροπιαστά. Να λοιπόν από πού προέρχεται το φως: το φως προέρχεται από τις καρδιές των ανθρώπων.

Μόνο που εμένα δεν ήταν ποτέ το πρόβλημά μου η καρδιά μου. Πάντοτε το πρόβλημα ήταν το μυαλό μου. Ο εγκέφαλός μου αιμορραγεί Και μαζί με το αίμα αναβλύζουν σκέψεις οδυνηρές, αναμνήσεις και διαπιστώσεις. Σκόρπια συμπεράσματα και αποτυχημένες προσπάθειες ερμηνείας του απροσδιόριστου. Πίστευα πως ένα τρόπος να απαλλαγώ απ’ όλα αυτά θα ήταν να γράφω. Να γράφω όσα σκέφτομαι, όσα ξέρω μα κυρίως όσα αισθάνομαι. Μα πάει καιρός που όχι μόνο δε νιώθω αλλά ούτε καν γράφω.

Τα «όχι» με τραυμάτισαν. Τα «πρέπει» με σκοτώνουν κάθε μέρα. Κάθε ώρα οι απουσίες με τρυπάνε. Κάθε λεπτό… Ψάχνω απεγνωσμένα λίγο φως. Μα που πήγε το φως; Μα ξέρω που πήγε το φως: το φως το πήρες μαζί σου όταν έφυγες. Και δε βρίσκω τα κλειδιά να ανοίξω τις μικρές φωτεινές κάμαρες της καρδιάς μου. Αυτά τα πήρε ο άλλος εαυτός μου. Αυτός που με βαρέθηκε. Μου πέταξε ένα «μπορείς». Εγώ του πέταξα τα «πρέπει» στη μούρη και σηκώθηκε κι έφυγε. Τώρα πρέπει να μάθω να ζω στο σκοτάδι.

Δε θα ‘ναι δύσκολο – το ξέρω καλά το σκοτάδι. Αρκεί να θυμηθώ πως είναι να ζεις χωρίς καρδιά. Καμιά φορά όταν τα χειμωνιάτικα πρωινά η γριά γειτόνισσα πηγαίνει στο μπακάλικο, κουβαλάει τη γριά γάτα της σε ένα άσπρο πανέρι. Το καημένο το ζώο τη μια στιγμή κάνει να βγει έξω από το πανέρι: στριφογυρίζει πέρα δώθε, στριγγλίζει μανιωδώς. Γρήγορα όμως συμβιβάζεται. Γυρνάει κουρασμένο απ’ την άλλη μεριά και κοιτάει με απάθεια τους γύρω να τρέχουν. Έχω ταυτίσει την καρδιά μου μ’ αυτό το κακόμοιρο ζώο.

Είναι ωραίο να παρατηρείς τους ανθρώπους. Όλοι τρέχουν να βρουν την καρδιά τους. Και όσοι λίγοι και τυχεροί τα καταφέρουν σπεύδουν να πετάξουν το κλειδί για να μη βγει ποτέ το φως που κρύβουν μέσα τους. Το δίνουν να το καταπιεί σε ένα άλλο τρομερό ζώο: εγωισμός λέγεται. Ύστερα το φως κλεισμένο μέσα για καιρό υποκύπτει στη βρωμιά και στη μικρότητα: σαπίζει και βρωμάει.

Κάποια στιγμή οι άνθρωποι που δεν αντέχουν την ανυπόφορη μπόχα ψάχνουν μανιωδώς το κλειδί. Κι αν δεν το βρουν σπάνε την πόρτα και τότε ένα κύμα βρωμιάς και σαπίλας γεμίζει την ατμόσφαιρα γύρω τους. Σπάνια μπιχλιμπίδια, κρύσταλλοι κι ασήμια κάποτε, έχουν γίνει πια ψοφίμια και κάρβουνα που αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους σε μια αιώνια ανακύκλιση απ’ το «πρέπει» στο «όχι», απ’ το «όχι» στο «πρέπει»…

Έτσι την πάτησα κι εγώ κι έμεινα καρφωμένος εδώ στο πάτωμα. Μαζεύω ψοφίμια και κάρβουνα απ’ τον ουρανό. Θυμάμαι τη χαμένη ευκαιρία μου. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο επώδυνο –ίσως και πιο άδικο- από μια χαμένη ευκαιρία. Αν ήταν καμία ήσουν τυχερός, αν ήταν δύο ήσουν ανίκανος, αν ήταν όμως μία ήσουν απλά ανέτοιμος.

Ποτέ δεν κυνηγούσα τις ευκαιρίες. Δεν το έκανα επειδή πίστευα βέβαια στο πεπρωμένο, τη μοίρα ή την τύχη. Δεν ήξερα αν πίστευα. Απλά λυπόμουν όσους αφιέρωναν τη ζωή τους στο κυνήγι των ονείρων. Κατέληγαν να είναι άπληστοι ή σκλάβοι. Σε κάθε περίπτωση δυστυχισμένοι. Ίσως γιατί η μοίρα του ανθρώπου είναι η δυστυχία. Όπως η μοίρα κάθε πλάσματος που έχει αυτό το αξιοθαύμαστο προσόν: να ανοίγει συνέχεια το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που έχει και σ’ αυτό που θέλει.

Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω να ανοίγω το χάσμα. Δεν ξέρω τι μπορώ να διεκδικήσω. Ακόμα κι αν καταφέρω μια μέρα να αποσαφηνίσω τι θέλω να διεκδικήσω. Ότι κι αν κάνω θα είμαι δέσμιος της υποταγής μου στο άγνωστο. Της έλξης μου στο αδιευκρίνιστο. Δε μ’ αρέσει να μιλάω για το μέλλον. Το παρελθόν με καίει, το παρόν με παγώνει, το μέλλον με κάνει να θυμάμαι όλα τα υπόλοιπα. Προκειμένου να το προσδιορίσω ή ίσως ακόμα και προκειμένου να μην το σκέφτομαι.