CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

C2 - Επίλογος


Αποφάσισα ,λοιπόν, να κάτσω σε μια γωνιά, κοντά στο παράθυρο και να περιμένω μήπως καλυτερέψει ο καιρός για να μπορέσω να φύγω. Έγειρα στο πλάι και αποκοιμήθηκα.

Μετά από λίγες ώρες, ξύπνησα ιδρωμένος, κρύωνα και πεινούσα. Πήρα από δίπλα μου μια σαπισμένη κουβέρτα και τύλιξα το σώμα μου όσο πιο καλά μπορούσα. Σκέφτηκα ότι έπρεπε ίσως κάτι να φάω, αν και η βρωμιά και η μούχλα που βασίλευαν μέσα μου κι έξω μου, μου έκοψαν την όρεξη. Είχα αρχίσει να φοβάμαι όσους ήταν γύρω μου. Με τρόμαζε το ότι δε μπορούσα να καταλάβω κανέναν και κανείς δε μπορούσε να με καταλάβει. Σκέφτηκα ν αλλάξω λίγο το μέρος. Να το καθαρίσω και να το κάνω ανθρώπινο. Γρήγορα κατάλαβα ότι δε θα μπορούσα να καθαρίσω μόνος μου τη βρωμιά και τη μούχλα τόσων χρόνων. Στριφογύρισα για λίγο προσπαθώντας να βολευτώ.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα, χωρίς να νιώθω ότι έχω γνωρίσει κάποιον, χωρίς να προσαρμοστώ στο χώρο, χωρίς καν να αποκτήσω ενδιαφέρον για όσα γίνονταν γύρω μου. Ο αρχικός φόβος μου για τους υπόλοιπους ανθρώπους έγινε πρώτα αποστροφή και στο τέλος απάθεια. Περίμενα νωχελικά να περάσουν οι μέρες για να φύγω. Ή έστω να ενδιαφερθεί κάποιος για μένα και να με κάνει να νιώσω καλύτερα. Τα βράδια δε μπορούσα να αποφύγω να σκεφτομαι τη μητέρα μου. Η απορία του τί είδε σε αυτό το βουνό και τη σημάδεψε δε μπορούσε να με αφήσει ήσυχο.

Ένα πρωί ξύπνησα απ' τον ήχο των αλυσίδων που χτυπούσαν οι σύντροφοί μου. Ανεπαίσθητα κοίταξα προς το παράθυρο. Πίσω απ' το θολό τζάμι είδα τον ουρανό να καθαρίζει. Πετάχτηκα πάνω κι αισθάνθηκα ελεύθερος. Ήμουν ελεύθερος να φύγω. Κίνησα προς την πόρτα, αρχικά με γρήγορο βήμα, αργότερα με αργό. Κοντοστάθηκα και συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν χαρούμενος που θα έφευγα από κει. Δεν έδωσα σημασία - ποτέ δεν ήμουν χαρούμενος. Κάτι φώναξα στους παράξενους ανθρώπους, αλλά και πάλι δεν μου έδωσε σημασία κανείς. Πέρασα απ' την πόρτα, περπάτησα στο διάδρομο που οδηγούσε προς την έξοδο. Όσο πλησίαζα στο τέλος τα κόκαλα μου άρχισαν να πονάνε. Άρχισα να ανακατεύομαι. Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν μανιασμένα και μονότονα. Έτρεξα προς τα έξω και μόλις βγήκα ξέρασα ένα μαύρο υγρό. Μου πήρε αρκετή ώρα να συνέλθω. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου προς τα πάνω ένιωθα βαρύς και γερασμένος.

Κοίταξα γύρω μου και είδα ένα δάσος καθαρό και όμορφο. Το έδαφος ήταν λασπωμένο και μύριζε κάτι το παλιό. Δεν ήξερα που βρισκόμουν, ούτε προς τα που πήγαινα. Αποφάσισα πριν προχωρήσω να γυρίσω και να δω το καταφύγιο για τελευταία φορά. Πάνω απ' την πόρτα υπήρχε μια επιγραφή: "C2 - Μια Ζωή που δε μπορείς να αποφύγεις". Πάγωσα. Έμεινα εκεί κολλημένος αρκετή ώρα. Στριφογύριζε στο μυαλό μου η μητέρα μου, το βουνό, η ζωή μου, ο κύκλος μου, η δουλειά μου, οι πουτάνες μου. Ο Κόσμος μου. Ξαφνικά ένας απ' τους γκρίζους ανθρώπους που είχα συναντήσει στη σαπισμένη σάλα του καταφυγίου φάνηκε στην πόρτα. Δεν έδωσε σημασία, όντας σίγουρος ότι δε θα μου δώσει σημασία κι εκείνος. Εκείνος κοντοστάθηκε εκεί και με κοίταζε. Τον κοίταξα κι εγώ. Μου φάνηκε ότι μου χαμογέλασε. Ανταπέδωσα με ένα νευρικό χαμόγελο. "Τουλάχιστον εδώ, το λέει στην ταμπέλα", μου φώναξε...




Μ' ένα ζευγάρι λασπωμένες μπότες
σάλταρα πάνω απ' τη χλομή μου μοίρα
κι εκείνη ανήμπορη να με γραπώσει
μ' έβριζε κι έσκουζε σαν γερασμένη σκύλα.

Μα όταν τη ρώτησα πώς γίνεται
να κάνει τάχα πως ζει κάποιος ήδη νεκρός
δεν πήρα απάντηση, δεν πήρα
και να 'μαι πάλι εδώ ζωντανός


ΤΕΛΟΣ