CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Μέρος 3ο

Ο καιρός ήταν πολύ ήρεμος. Αν κι έκανε κρύο, ιδιαίτερα τις νύχτες, δεν είχα πρόβλημα. Άλλωστε πάντοτε οι νύχτες μου ήτανε κρύες. Συν τοις άλλοις δε χιόνιζε πολύ. Όλα ήταν υποφερτά. Ένα βράδυ αποφάσισα να κοιμηθώ, χωρίς να ξυπνάω κάθε λίγο για να ενισχύω τη φωτιά. Ο καιρός ήταν εξαιρετικά ήπιος για εκείνη την εποχή του χρόνου. Ξάπλωσα κάτω από τον έναστρο ουρανό αποφασισμένος να μετρήσω όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια. Παρ’ όλη την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, όμως, ένιωθα ένα έντονο σφίξιμο στο στομάχι. Ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο να συμβεί κάτι κακό. Το άλλο μισό του εαυτού μου, ωστόσο, έκρινε ότι δεν είχε καμία λογική βάση η ανησυχία μου κι έτσι προσπάθησα να κοιμηθώ.

Στριφογύρισα για πολύ ώρα αλλά δεν κατάφερα να κλείσω μάτι. Το σφίξιμο στο στομάχι δεν έλεγε να υποχωρήσει κι έφερνε στο μυαλό μερικά από τα πιο δυσάρεστα γεγονότα της ζωής μου. Ξαναζούσα τις μεγαλύτερες δυστυχίες μου. Ευτυχώς δεν ήταν δυνατό να ξαναζήσω την, με διαφορά, πιο δυσάρεστη κατάσταση της ζωής μου. Βλέπεις, η βασανιστικά μοναχική καθημερινότητά μου δεν ήταν εύκολο να βιωθεί ξανά μέσα σε τόσο λίγη ώρα. Επειδή, λοιπόν δεν μου κολλούσε ύπνος αποφάσισα να σηκωθώ και να κάνω μια βόλτα γύρω απ’ τη σκηνή.

Περπάτησα κάμποσα μέτρα και χωρίς να το καταλάβω ξεμάκρυνα απ’ τη σκηνή. Ήθελα ν’ αρχίσω να μετράω τα’ αστέρια αλλά από φόβο μήπως ο εαυτός μου με θεωρήσει ρομαντικό ή συνεσταλμένο κατέβασα το κεφάλι προς τη γη κι άρχισα απλά να μετράω τα βήματά μου. Μετά από εκατόν τέσσερα ακριβώς κοντοστάθηκα, σαν να το’ κανα μηχανικά. Ξαφνικά ακούστηκε ένας έντονος θόρυβος από αριστερά μου, από τη μεριά του βουνού. Γύρισα το βλέμμα μου και είδα μια τεράστια χιονοθύελλα να κατεβαίνει με δύναμη απ’ την πλαγιά. Παρέσερνε δέντρα και κλαδιά που έμοιαζαν να χαμογελάνε μπροστά στην απόκοσμη δύναμη της φύσης. Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτηκα να σταθώ εκεί, να απλώσω τα χέρια και να βγάλω την πιο δυνατή κραυγή που έβγαλε ποτέ άνθρωπος πριν με πλακώσει το χιόνι, δίνοντας έτσι ένα τέλος στη μίζερη ζωή μου, με τέτοιο τρόπο ώστε κάποιος να θυμάται ότι έζησα. Γρήγορα άλλαξα γνώμη κι άρχισα να τρέχω. Έτρεχα απεγνωσμένα να σώσω κάτι που έμοιαζε χαμένο, κι έτσι στην ουσία έκανα κάτι το οποίο είχα συνηθίσει κι είχα βαρεθεί σε όλη μου τη ζωή.

Το ανθρώπινο μυαλό τείνει να συγκρατεί τις πιο σημαντικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και να τις εντάσσει στην μνήμη. Η μνήμη συνεργάζεται με την εμπειρία και παράγεται η ζωή. Επειδή εγώ στη μέχρι τώρα ζωή μου είχα μόνο μνήμη και οι εμπειρίες μου ήταν λίγες, σκόρπιες και ξεφτισμένες, συγκρατώ πάντα σχεδόν όλες τις λεπτομέρειες και μετά τις επεξεργάζομαι, τις στύβω για να βγάλω κάθε ίχνος φαντασίας και παράλογου από πάνω τους και μετά τις κρατάω σαν αποξηραμένα φρούτα σε κάποιο ντουλάπι της λογικής μου. Εκείνη η βραδιά όμως, στο Ντε Νίγκρις, άφησε στη μνήμη μου ένα μεγάλο κενό. Τη μια στιγμή έτρεχα κυνηγημένος από θάλασσα χιονιού και την άλλη στιγμή ξυπνούσα στη μέση ενός καταφύγιου.

Άνοιξα τα μάτια μου νωχελικά και είδα γύρω μου ένα γέρικο ξύλινο χειμερινό καταφύγιο. Πετάχτηκα όρθιος νιώθοντας τυχερός που ζω και κυρίως νιώθοντας ικανοποιημένος που άφησε τον εαυτό μου να νιώσει τυχερός που είμαι ζωντανός. Έτρεξα προς το κοντινότερο παράθυρο και βλέποντας έξω παραξενεύτηκα. Κρίνοντας από τη βλάστηση βρισκόμουν πολύ κοντά στο σημείο που είχα κατασκηνώσει. Κι όμως ποτέ δεν είχα παρατηρήσει αυτό το καταφύγιο, ούτε το ανέφερε κανένας από τους μουχλιασμένους χάρτες μου.

Άρχισα να περιεργάζομαι το εσωτερικό του σάπιου οικήματος. Οι τοίχοι είχαν ένα καφέπράσινο χρώμα, από τη γλίτσα, τη μούχλα και το φαγωμένο ξύλο. Που και που έβλεπες ζωύφια να τρέχουν ανάμεσα στις τρύπες του βρωμερού τοίχου. Η μυρωδιά του χώρου ήταν αποπνικτική κι ερχόταν σε αντίθεση με το φρέσκο αέρα του βουνού. Σκέφτηκα πως αν άνοιγα ένα παράθυρο θα κατάφερνα να κάνω υποφερτή την ατμόσφαιρα μέσα σ’ εκείνο το ξύλινο ψοφίμι. Πριν προλάβω να φτάσω στο παράθυρο άκουσα ανθρώπινους ήχους. Βήματα αργά και βαριά, αλυσίδες να χτυπιούνται μεταξύ τους. Με κατέλαβαν συναισθήματα χαράς και πανικού. Δεν ήξερα τι να κάνω, πώς να αντιδράσω. Αποφάσισα να κρυφτώ αλλά δεν έβρισκα κρυψώνα. Τα βήματα πλησίαζαν. Και κάθε βήμα το ένιωθα όπως ο ετοιμοθάνατος την ένεση στο δέρμα του: με το φόβο του θανάτου και την ανακούφιση της λύτρωσης.

Δυο άνθρωποι μπήκαν στο δωμάτιο. Ήταν γέροι και βρωμούσαν. Φορούσαν γκρι ρούχα, μισοφαγωμένα απ’ το σκώρο. Φαινόταν ότι δεν ήταν τα ρούχα τους πάντα γκρι. Ήταν ξεβαμμένα, άσπρα και μαύρα. Προσπάθησα να τους κοιτάξω κατάματα αλλά απέφυγαν το βλέμμα μου επιδεκτικά. Ήταν σαν να μην υπήρχα γι’ αυτούς. Τους φώναξα αλλά δε γύρισαν ποτέ να με κοιτάξουν. Συνέχισαν την πορεία τους με βήματα το ίδιο βαριά, το ίδιο ανόρεχτα. Αποφάσισα να τους ακολουθήσω. Τους φώναξα να με περιμένουν αλλά και πάλι με αγνόησαν. Τους ακολούθησα και αφού περάσαμε από ένα μαύρο διάδρομο γεμάτο ψοφίμια, φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια, σκισμένες σημαίες και σύμβολα βουτηγμένα στα σκατά βγήκαμε σε μια πανέμορφη, φωτεινή σάλα γεμάτη από ανθρώπους. Όχι ανθρώπους όμορφους και προσεγμένους αλλά της ίδιας ράτσας με τους καθοδηγητές μου: βρωμιάρηδες, νωχελικούς και γκρίζους.

Η παρουσία μου στη σάλα δεν έδειξε να συγκινεί κανέναν. Με αγνόησαν όλοι επιδεκτικά και συνέχισαν να ασχολούνται ο καθένας με κάτι: άλλος κοιτούσε τα τζάμια, άλλος την ώρα, άλλος το πάτωμα. Κάποιοι έπαιζαν με καρφιά και σίδερα και αλυσίδες και κάποιοι άλλοι ήταν σκυφτοί κι έκλαιγαν. Κανείς δεν ασχολούνταν με το διπλανό του. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα, αν και μου φάνηκε οικεία και φιλόξενη, μου άφησε μια γεύση μούχλας στο στόμα κι άρχισα να καταπίνω συνέχεια, μήπως και καταφέρω να ανασάνω όπως πριν. Αλλά μάταια…

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Μέρος 2ο

«Επόμενη στάση Νάζγκοροθ», φώναξε ο ελεγκτής. Πάντα μου άρεσαν οι διαδρομές με τα τρένα. Το γεμάτο πρόγραμμά μου δε μου επέτρεψε ποτέ ένα μεγάλο ταξίδι με τρένο γι’ αυτό ίσως μέρα με τη μέρα το ήθελα πιο πολύ. Βλέπεις, οι υποχρεώσεις μου στη εφημερίδα δε μου άφηναν πολύ χρόνο για τον εαυτό μου. Κι αυτόν που μου άφηνε δεν τον χαλάλιζα για τον εαυτό μου – δεν πίστευα ότι θα τον αξιοποιούσε σωστά. Παρ’ όλα αυτά πολλές φορές αναρωτήθηκα τι θα άλλαζε αν δεν έγραφα μια εβδομάδα στην εφημερίδα. Μια φορά, μάλιστα, η νεανική μου οργή μ’ έκανε να ρωτήσω το διευθυντή μου «Που είναι το κακό να λείψω μια εβδομάδα;». «Στο ότι την επόμενη εβδομάδα τη στήλη σου θα την έχει αναλάβει άλλος», μου απάντησε ορθά κοφτά ο κύριος Μπράνγιαρντ. «Θα έχει ενδιαφέρον να δω ποιος θα είναι ο επόμενος», σκέφτηκα. Απορροφημένος από τις καταθλιπτικές αναμνήσεις μου παραλίγο να χάσω τη στάση μου. Κατέβηκα απ’ το βαγόνι τρέχοντας.

Καθώς το τρένο συνέχιζε το ταξίδι του αφήνοντας έναν μακρόσυρτο βαρύ βόμβο και καντάρια καπνού πίσω του, άναβα ένα τσιγάρο για να χαλαρώσω μετά το σύντομο ταξίδι. Γύρω μου παρατηρούσε κανείς ένα ανατριχιαστικό σκηνικό. Δίπλα μου ένα ερείπιο, που χρησίμευε για σιδηροδρομικός σταθμός, άνθρωποι αγέλαστοι έκαναν φανερή την κόπωση που διαπερνούσε το κορμί τους σε κάθε τους κίνηση. Πίσω μου ένα τρένο επιτάχυνε και απομακρυνόταν από αυτόν τον τόπο που έμοιαζε καταραμένος, μέχρι να βρει έναν άλλο, ίσως χειρότερο. Μπροστά μου… Μπροστά μου η πλαγιά του Νίγκρις, μια σειρά από καμένα δέντρα ριζωμένα σε μια πλαγιά με μεγάλη κλίση. Ένα τοπίο που μου ξυπνούσε μια πρωτόγνωρη διαστροφή: έπρεπε απαραίτητα να κάνω αυτό που η λογική μου απέκλειε. Οπλίστηκα λοιπόν με θάρρος, πέρασα το σακίδιό μου στην πλάτη μου και ξεκίνησα προς το βάθος του βουνού.

Οι πρώτες μέρες στο βουνό περνούσαν μάλλον ευχάριστα. Η πεζοπορία ήταν μεγάλη και όσο προχωρούσα προς το βάθος τόσο περισσότερο κρύωνε ο καιρός. Παρ’ όλα αυτά αφού πέρασα τα καμένα βρέθηκα σε ένα περιβάλλον πολύ όμορφο και θελκτικό. Το χιόνι ήταν αρκετό αλλά όχι ενοχλητικό. Τα ρυάκια που έτρεχαν ανάμεσα στα βράχια μου έμοιαζαν με λακάκια ενός κομψού – αν και γιγάντιου- γυναικείου λαιμού. Όλη τη μέρα περπατούσα κι έβλεπα μπροστά μου μονότονα τοπία με πεύκα κι έλατα. Πρώτη φορά στη ζωή μου εκτίμησα τη μονοτονία. Τα βράδια επέστρεφα στη σκηνή μου. Άναβα φωτιά και διάβαζα ένα από τα λιγοστά βιβλία που είχα μαζί μου. Τόμας Έλιοτ και Σαίξπηρ προκειμένου να πλησιάσω στις ανόθευτες αρχές του ανθρωπισμού, δίπλα στο ανόθευτο τοπίο της φύσης.

Ύστερα από λίγο καιρό μετακίνησα τη σκηνή μου πιο ψηλά, κι ύστερα από καιρό πιο ψηλά και πιο ψηλά… Το κρύο είχε γίνει πλέον υπερβολικά τσουχτερό, ήμουν όμως αποφασισμένος να φτάσω στην κορυφή. Πάντα με μάγευε η απόσταση από την κορυφή. Είχε έρθει ο καιρός να διαπιστώσω αν και η ίδια η κορυφή ήταν τόσο μαγευτική. Είχαν ήδη περάσει τρεις εβδομάδες στο βουνό, μακριά από κάθε τι ανθρώπινο και δεν σου κρύβω ότι μου άρεσε αυτή η εμπειρία. Είχα ανακαλύψει όμορφα τοπία και συνέλαβα τον εαυτό μου να μη διαμαρτύρεται για τους πόνους της πλάτης μου ύστερα από αρκετά χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν είχα ακόμα βρει το μυστήριο που προκαλούσε στη μητέρα μου τόσο μεγάλο δέος κάθε φορά που αντιμετώπιζε αυτό το βουνό. Εμένα οι μέρες μου στο Νίγκρις μου προκαλούσαν μια αισθητή για μένα, άρα υπερβολική για το κοινό μέτρο, ευφορία και μου έδινε μιαν αίσθηση ελευθερίας. Στη μητέρα μου όμως προκαλούσε δέος, λύτρωση και προβληματισμό μαζί. Σαν να έλυσε ένα μυστήριο του κόσμου και να έφτασε πιο κοντά στην άσχημη αλήθεια του…

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Μέρος 1ο

Μη με ρωτήσεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά. Σου είπα ότι δεν είναι ξέσπασμα. Συντετριμμένος από την ξαφνική απώλεια της μητέρας μου και από τους ανηλεείς πόνους της πλάτης μου, αποφάσισα ότι έπρεπε να πάρω μια δραστική απόφαση στη ζωή μου. Τι κι αν δεν το είχα κάνει ποτέ μέχρι τα πενηνταδύο μου χρόνια; Ποτέ δεν είναι αργά. Ακόμα, όμως, κι αν είναι δε μου έμενε άλλη επιλογή.

Σκέφτηκα να μπαρκάρω σε ένα καράβι για την άλλη μεριά της γης. Βασάνισα πολύ το μυαλό μου προκειμένου να αποφασίσω σε ποιο μέρος θα πήγαινα αλλά πάντοτε κατέληγα σε στεγνά και απαισιόδοξα συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα φοβόμουν τη θάλασσα, όχι λιγότερο από τη μοναξιά, όχι περισσότερο απ’ τον έρωτα. Κι αφού είχα ήδη ζήσει τις άλλες δύο διαστροφές αποφάσισα να μην δοκιμάσω και τη θάλασσα. Προσπαθώντας να φιλοσοφήσω την απόφαση μου να μην μπαρκάρω κατέληξα στο ότι δεν είχε νόημα να πάω στην άλλη μεριά της γης, αφού έτσι κι αλλιώς επρόκειτο για την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Βλέπεις η γη, όπως και οι άνθρωποι, δεν έχει καλό και κακό κομμάτι. Είναι σαν ένα τεράστιο υφαντό φτιαγμένο από μετάξι ανακατεμένο με κλωστή. Σοφά ποιημένος ο κόσμος μας δε σου επιτρέπει ποτέ να νιώσεις την απόλυτη καλοσύνη ή την απόλυτη κακία. Σ’ αφήνει μόνο να ακροβατείς, να ακροβατείς μέχρι να πέσεις ή να φτάσεις στο τέλος, μόνο που κανείς από όσους έφτασαν στο τέλος δε μπόρεσε ποτέ να γυρίσει πίσω για να μας πει πώς είναι.

Κάνοντας παρόμοιες ή και πιο ανούσιες σκέψεις γι αυτό που σημαίνει ο θάνατος κι η ζωή θυμήθηκα και πάλι τη μητέρα μου. Και τότε σε μιαν έκρηξη μπρίου και φαντασίας αποφάσισα να ξετυλίξω το κουβάρι ενός μυστηρίου που με ακολουθούσε σε όλη μου τη ζωή: το βουνό Νίγκρις. Ναι, όλα έμοιαζαν ξάφνου τόσο απλά στο κεφάλι μου. Θα άλλαζα παραστάσεις, θα έβρισκα νέα ενδιαφέροντα μακριά από τη σαπίλα των ανθρώπων, θα διατηρούσα τη μνήμη της μητέρας μου, θα ζούσα το μύθο που έζησε κι εκείνη, θα… Στάσου! Κι αν δεν υπήρξε ποτέ, κανένας μύθος; Κι αν όλα αυτά ήταν ένα αποκύημα της παιδικής μου φαντασίας;

Έμεινα να κοιτάζομαι μπροστά στον καθρέφτη απέναντι απ’ την ξεφτισμένη πορτοκαλί μπερζέρα του καθιστικού. Έπιασα το πρόσωπό μου κι ενώ σκεφτόμουν ότι ήθελα ξύρισμα, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι πράγματι κάτι ξεχωριστό υπήρχε σ’ εκείνο το βουνό, κάτι που έκανε την καρδιά της μητέρας μου να πετάει στη όψη της ξερής πλαγιά του, κάτι που έκανε τα μάτια της να λάμπουν στη θέα του καμένου πευκοδάσους. Απ’ την άλλη όμως γιατί ποτέ κανείς δεν έδειξε ενδιαφέρον για το Νίγκρις; Οι διανοούμενοι του περιβάλλοντός μου δεν επέδειξαν ποτέ λογοτεχνικό ενδιαφέρον για αυτό το βουνό, ποτέ οι ζωγράφοι δεν το απεικόνισαν σε κάποια σύνθεσή τους, ποτέ δεν απασχόλησε τους φιλοσόφους, ποτέ… «Ω, σκάσε πια!», άκουσα μια φωνή από βαθιά μέσα μου. Έβαλα τη ρόμπα μου και ξεκίνησα να πάρω τα σύνεργα που θα χρειάζονταν για το πρώτο ταξίδι μου. Το πρώτο ταξίδι μου μακριά απ’ τον κόσμο κι ίσως αν ήμουν τυχερός μακριά απ’ τον εαυτό μου…

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

C2 - Πρόλογος

Το C2 είναι διήγημα. Θα ολοκληρωθει σε όσες συνέχειες μου γουστάρει. Έτσι κι αλλιώς για μένα το γράφω...

Καμιά φορά, τις νύχτες που δεν έχω ύπνο, θυμάμαι εικόνες απ’ το μέλλον. Διαβάζοντας την προηγούμενη φράση μου καταλαβαίνω ότι θα με περνάς μάλλον για τρελό ή αγράμματο. Αλλά δεν είναι έτσι. Βλέπεις, ζώντας στην βεβαιότητα της πλήξης της επανάληψης έχει κανείς τη δυνατότητα να γνωρίζει ή πιο πολύ να διαισθάνεται τι θα του συμβεί. Πάει πολύς καιρός από τότε που έπαψα να καταλαβαίνω τον κόσμο κι άρχισα να τον διαισθάνομαι.

Στην αρχή μου ήταν πολύ δύσκολο. Από μικρός είχα μάθει να σκέφτομαι μέσα σε νόρμες. Σαν παλιός βιβλιοθηκάριος ταξινομούσα τις καταστάσεις με τη σκέψη και ανάλογα με την αλφαβητική τους σειρά διάλεγα το αντίστοιχο συναίσθημα. Πάντοτε η σκέψη μου ήταν πολύ ισχυρή και διερευνητική. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα σε ανθρώπους και περιστάσεις μέχρι που τελικά «κατόπιν ωρίμου σκέψεως» έκανα την πιο λογική επιλογή.

Αυτό βέβαια μου κόστισε. Όπως καταλαβαίνεις το μυαλό μου έπασχε πάντοτε από φαντασία. Ήταν ένα τέλειο μυαλό. Τέλεια βαρετό. Τις λίγες φορές που προσπάθησα να ζήσω μακριά από αυτό που μου υπαγόρευε η στυγνή λογική μου μάλλον το παράκανα. Έχανα το παιχνίδι κινούμενος ανάμεσα στον αμείλικτο ορθολογισμό και την υπερβολική ελευθερία. Έτσι οι γύρω μου έμεναν πάντοτε με την απορία αν αυτός που έβλεπαν ήταν ένας τέλειος ή ένας καταπιεσμένος άνθρωπος. Τι ευτυχείς που ποτέ δεν έμαθαν ότι στη Ζωή το πρώτο πάντοτε συνεπάγεται το δεύτερο…

Κι όλα αυτά δε στα λέω ευρισκόμενος πάλι σε ένα από τα συχνά ξεσπάσματα «υπερβολικής ελευθερίας». Ούτε γιατί νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάτι με κάποιον. Ίσως μάλιστα στα γράφω γιατί έχει περάσει καιρός από τότε που ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ κάτι με κάποιον και φοβάμαι ότι η, έτσι κι αλλιώς λιγοστή, ανθρωπιά μου είναι έτοιμη να καταρρεύσει. Ίσως… Κυρίως όμως στα γράφω για να σου διηγηθώ μιαν ιστορία που δύσκολα κανείς θα πίστευε αν δεν την έλεγε ένας άνθρωπος όπως εγώ.

Ο χειμώνας του ’89 ήταν μια δύσκολη εποχή για μένα. Η δυστροπία που με χαρακτηρίζει κυριολεκτικά φτάνει στο ζενίθ της στα μεγάλα κρύα. Ο πόνος της πλάτης μου, που με ταλαιπωρεί από τα μικράτα μου, συναντάει τις αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις μου και το μονόχνωτο του χαρακτήρα μου με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αρνηθώ ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό πόσο απάνθρωπος μπορώ να γίνω. Ο χειμώνας του ’89 όμως ήταν ιδιαίτερος για έναν ακόμα λόγο: το θάνατο της πολυαγαπημένης μου μητέρας Τζούντιθ.

Η Τζούντιθ Νίκολς ήταν μια ιδιαίτερα χαρισματική γυναίκα. Τη θυμάμαι να με παίρνει αγκαλιά, πριν ακόμα αρθρώσω τα πρώτα μου λόγια και να μου τραγουδάει άριες, υπέροχες άριες με τη θαυμάσια βραχνή φωνή της. Ύστερα, σχολιαρόπαιδο εγώ, τη θυμάμαι να κάθεται στο παλιό κέδρινο γραφείο της στην άκρη του σαλονιού και να διαβάζει ηλίθια βιβλία για ανόητους έρωτες και μεγάλες αγάπες. «Ποτέ παιδί μου ένας μεγάλος έρωτας δεν οδηγεί σε μια μεγάλη αγάπη», μου έλεγε.

Τα καλοκαίρια επισκεπτόμασταν συχνά τη λίμνη. Αναπολώ τις στιγμές ραστώνης δίπλα στα ήρεμα, καθάρια νερά με τη μαμά μου να κρύβεται πίσω από το μεγάλο της, ψάθινο καπέλο ατενίζοντας τον ορίζοντα πίσω από το βουνό Νίγκρις. Ήτανε πάντοτε σημείο αναφοράς γι’ αυτήν το βουνό. Όσες φορές κι αν τη ρώτησα γιατί δεν πήρα την απάντησή μου. Κι έτσι έμεινα απορώντας και υποθέτοντας. Εκείνη χανόταν νοερά πίσω απ’ τις πλαγιές του Νίγκρις κι εγώ δίπλα της, προσπαθούσα να αξιοποιήσω τις λίγες ικμάδες φαντασίας που είχα ακόμα παιδί, φτιάχνοντας ιστορίες ρομαντικές, φρικιαστικές, σουρεαλιστικές, ιστορίες για τη μαμά μου και το βουνό. Μόνο τα παιδιά που έπαιζαν δίπλα διέκοπταν τους συνειρμούς μου για να με πούνε μαμόθρεφτο. Κι όπως έμαθα πολύ μετά την παιδική μου ηλικία «ποτέ δε μπορείς να αποφύγεις αυτό που οι άλλοι πιστεύουν ότι είσαι».